Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Η Δήλωση του Τορόντο και η Σύνοδος του Κολυμπαρίου

Η Δήλωση του Τορόντο και η Σύνοδος του Κολυμπαρίου


Παγκόσμιο-Συμβούλιο-Εκκλησιών-Small.jpg
υπό Αλεξάνδρου Τσβετκόβ
Αγία Πετρούπολη, Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία
Η επικύρωση της λεγόμενης «Δήλωσης του Τορόντο» του Π.Σ.Ε. στα κείμενα της μέλλουσας Οικουμενικής Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας (όπως αναμφίβολα δήλωσε η ίδια η Σύνοδος της Κρήτης, παρά τη θέληση κάποιων να την βλέπουν μόνο ως «Πανορθόδοξη Διάσκεψη») υποχρεώνει τον κάθε Ορθόδοξο που ακολουθεί στην πίστη του τη φωνή της Αγίας Εκκλησίας, η οποία εκφράζεται στις αποφάσεις των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, να δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό το έγγραφο και να το διαβάσει προσεκτικά, επειδή,  με την αναφορά και έγκρισή της στο κείμενο της Οικουμενικής Συνόδου, η δήλωση αυτή γίνεται μέρος της δογματικής Παράδοσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως συμβαίνει με όλα τα κείμενα αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων. Και τότε τίθεται αμέσως το εξής ερώτημα: 
Είναι γνωστό ότι στη σύνταξη αυτού του εγγράφου πήραν μέρος όχι μόνο οι αντιπρόσωποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και αιρετικοί και σχισματικοί των διαφόρων χριστιανικών δογμάτων που έχουν αποκοπεί από την Εκκλησία.
«Ως αποτέλεσμα της εποικοδομητικής και επίμονης κριτικής, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών υιοθέτησε τη λεγόμενη “Διακήρυξη του Τορόντο”, η οποία εξασφάλιζε στους Ορθοδόξους το δικαίωμα να μαρτυρούν σαφώς και ρητώς στα πλαίσια του Π.Σ.Ε. την εκκλησιολογία τους και την ουσία της διαίρεσης των χριστιανών, την απόρριψη της απαίτησης της “ισότητας” και την αναγνώριση διαφόρων ομολογιών ως εκκλησίες, και καθιέρωνε την εκκλησιολογική ουδετερότητα του Π.Σ.Ε., δηλαδή ότι το Π.Σ.Ε. δεν θεωρείται ως μια “υπέρ-εκκλησία” και με κανένα τρόπο δεν επιδιώκει τη δημιουργία αυτής. Η Διακήρυξη του Τορόντο ήταν η απάντηση του Παγκόσμιου Συμβούλιου Εκκλησιών στην κριτική που ασκήθηκε στη Σύσκεψη της Μόσχας του 1948 κατά των “επιδιώξεων του Π.Σ.Ε.”[1].
Σε σχέση μ’ αυτό, τίθεται το ερώτημα σχετικά με τη νομιμότητα γενικά του να εγκρίνει και να παραθέτει η Οικουμενική Σύνοδος ένα τέτοιο έγγραφο, το οποίο συνέταξε μαζί με τους αποκομμένους από την Εκκλησία. Εμένα, για παράδειγμα, δεν μου είναι γνωστή καμία απόφαση της Οικουμενικής Συνόδου η οποία, εκτός από την παράθεση των αποφάσεων των προηγούμενων Συνόδων, έργων Αγίων Πατέρων, να παρέθετε κάποια κοινά έγγραφα, συνταχθέντα μαζί με αποκομμένους από την Εκκλησία αιρετικούς και σχισματικούς, που δεν βρίσκονται σε κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία και που σχημάτισαν τις δικές τους άνομες κοινότητες αποκαλούμενες από τους ίδιους «εκκλησία». Δεν έχει γίνει ποτέ, η Ορθόδοξη Οικουμενική Σύνοδος να ενέκρινε ή να επιδοκίμασε ένα παρόμοιο έγγραφο, και αυτό το γεγονός ήδη καταδεικνύει την αντίφαση της Συνόδου της Κρήτης με την πρακτική και τη φωνή της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράστηκε στις προηγούμενες Ορθόδοξες Συνόδους. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι όχι μόνο δεν επιδοκίμαζαν τη σύμπραξη με τους αιρετικούς, αλλά και δεν επέτρεπαν να παρατίθενται αποσπάσματα από έργα αιρετικών στις αποφάσεις της Συνόδου. Μπορούμε να φανταστούμε, για παράδειγμα, τους Πατέρες της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου ξαφνικά να αποφασίζουν στη Σύνοδο να επικυρώσουν τις σκέψεις τους στις αποφάσεις της ή να επιδοκιμάσουν, εν μέρει, π.χ. τα συγγράμματα του αιρετικού Νεστορίου; Και δεν είναι όλα, όσα έλεγαν οι αιρετικοί, ψέμα· στα έργα τους επίσης υπάρχουν κάποιες ορθόδοξες δηλώσεις, διότι είναι γνωστό ότι ο διάβολος δεν προσφέρει σκέτο ψέμα, αλλά το αναμειγνύει με την αλήθεια, για να αποπλανήσει άνετα, με αυτό, τον άνθρωπο. Όμως, παρόλα αυτά, όχι μόνο δεν βρίσκουμε στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων την επιδοκιμασία κάποιων κοινών εγγράφων, αλλά επιπλέον, στις αποφάσεις και στους Κανόνες της Συνόδου επιτρέπεται η παράθεση δηλώσεων αποκλειστικά των ορθόδοξων Πατέρων. Και αυτό είναι κατανοητό, επειδή πρόκειται για ορθόδοξη Σύνοδο, η οποία εκφράζει την ορθόδοξη πίστη κατά τα συζητούμενα θέματα, και συνεπώς επιβάλλεται να αναφέρονται οι ορθόδοξοι διδάσκαλοι και Πατέρες. Διαφορετικά, αν δεν έχει σημασία η πηγή μιας ιδέας και είναι σημαντικό μόνο να ερμηνευθεί σωστά στην Ορθόδοξη πίστη, μπαίνουμε στον πειρασμό να παρερμηνεύσουμε την απόφαση της Συνόδου, ως έγκριση, εκ μέρους των Πατέρων της Συνόδου που παραθέτουν αυτό το έργο, όχι μόνο των συγκεκριμένων ιδεών από αυτό το έργο, αλλά και ολόκληρου του έργου και εν μέρει της δράσης αυτού του αιρετικού (ή των αιρετικών), από το έργο του οποίου πήραν το απόσπασμα. Το να επιτραπεί αυτή η ελεύθερη παράθεση στα κείμενα της Οικουμενικής Συνόδου είναι αδύνατο, ιδιαίτερα επειδή όλες οι αποφάσεις και εγκρίσεις στις αποφάσεις τέτοιας Συνόδου, λόγω του κύρους τους, έχουν εξαιρετική σημασία για τους ορθόδοξους χριστιανούς και η οποιαδήποτε κατάχρηση, όσον αφορά αυθεντίες που αναφέρονται ή εγκρίνονται εδώ, έχει σοβαρές συνέπειες για όλη την Εκκλησία. Ήδη η ίδια η παράθεση και έγκριση της εν λόγω δήλωσης είναι αρκετός λόγος για να απορριφθεί το κείμενο στο οποίο αναφέρεται, δηλαδή το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», και μάλιστα στο σύνολό του, επειδή όλο το κείμενο, με όλες τις εισαγωγές και παραγράφους του, έχει ως σκοπό, στη βάση του, να επικυρώσει αυτή τη δήλωση και τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε., κάτι το οποίο θα πρέπει να αναφέρουμε αργότερα.
Αλλά ας υποθέσουμε ότι δεν είναι έτσι, ότι η ονομασία «Εκκλησία» ισχύει για τις αποκομμένες από την Εκκλησία κοινότητες στις αποφάσεις της Οικουμενικής Συνόδου (κάτι που στην πραγματικότητα είναι ανοησία), ας υποθέσουμε ότι αυτή η «Δήλωση του Τορόντο» είναι εντελώς ορθόδοξο έγγραφο, ότι μπορούμε να στηριχτούμε στις αποφάσεις της και να τις δεχτούμε σαν κείμενα που δεν έρχονται σε αντίθεση με την ορθόδοξη πίστη. Τότε δεν θα υπήρχε τίποτα μεμπτό στο να αναφέρονται αποσπάσματα από αυτό το έγγραφο στο κείμενο της Οικουμενικής Συνόδου και να αναγνωρίζεται η χρησιμότητά του για όλη την Ορθοδοξία, όπως είχε ήδη γίνει στο σχέδιο του κειμένου της Συνόδου της Κρήτης «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον»:
«19. Αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι-μέλη θεωροῦν ὡς ἀπαραίτητον ὅρον τῆς συμμετοχῆς εἰς τό Π.Σ.Ε. τό ἄρθρον-βάσιν τοῦ Καταστατικοῦ αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ὁποίῳ, μέλη αὐτοῦ δύνανται νά εἶναι ὅσοι πιστεύουν εἰς τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν ὡς Θεόν καί Σωτῆρα κατά τάς Γραφάς καί ὁμολογοῦν κατά τό Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως τόν ἐν Τριάδι Θεόν, Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔχουν δέ βαθεῖαν τήν πεποίθησιν ὅτι αἱἐκκλησιολογικαί προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto (1950), τιτλοφορουμένης “Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν”, εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Συμβούλιον. Ὅθεν, αὐτονόητον, ὅτι τό Π.Σ.Ε. δέν εἶναι καί ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νά καταστῇ ὑπέρ-Ἐκκλησία. “Σκοπός τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν δέν εἶναι νά διαπραγματεύεται ἑνώσεις μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπερ δύναται νά γίνῃ μόνον ὑπό τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐνεργουσῶν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλά νά φέρῃ τάς Ἐκκλησίας εἰς ζῶσαν ἐπαφήν πρός ἀλλήλας καί νά προαγάγῃ τήν μελέτην καί συζήτησιν τῶν ζητημάτων τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος” (Δήλωσις τοῦ Toronto, § 2)»[2].
Άρα, ούτε λίγο ούτε πολύ, γράφει ότι η Δήλωση του Τορόντο έχει κάποιες «εκκλησιολογικές προϋποθέσεις», οι οποίες «είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Συμβούλιο». Επειδή στην παρούσα απόφαση της Συνόδου δεν εξηγείται τι είναι αυτές οι «εκκλησιολογικές προϋποθέσεις», οι οποίες ακόμα και σήμερα πρέπει να θεωρούνται σημαντικές για κάθε Ορθόδοξο (διότι, αν είναι εκκλησιολογικές, εξ ορισμού έχουν σημασία για όλη την Εκκλησία, για όλα τα μέλη της), ας ανατρέξουμε κατευθείαν στο κείμενο της Δήλωσης. Κατ’ αρχάς θα σημειώσω ότι είναι πολύ δύσκολο να βρούμε το κείμενο της ίδιας της Δήλωσης, αν και εκείνη είχε υπογραφεί από τους αντιπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θα ήταν αναμενόμενο να υπάρχει το κείμενο της Δήλωσης στις επίσημες πηγές της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά εκεί δεν το βρήκα το κείμενο αυτό. Είναι πολύ παράξενο, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι αυτό το κείμενο παρουσιάζεται αποσπασματικά στα κείμενα της Συνόδου, ενώ είναι αδύνατο να το βρει κανείς όχι μόνο στις επίσημες εκκλησιαστικές πηγές της ΡΟΕ, αλλά και γενικά σε ορθόδοξες πηγές. Το κείμενο ελήφθη από εδώ: http://www.ortho-hetero.ru/index.php/doc-ecum/51αν και, για την ακρίβεια, πρέπει να χρησιμοποιείται το επίσημο υπογεγραμμένο κείμενο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, επειδή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την παράθεση αυτής της Δήλωσης και την έγκρισή της ως βάση για τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε., το κείμενο της Δήλωσης αποκτά οικουμενιστικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό, είναι απολύτως δικαιολογημένο  να υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στο πλήρες κείμενο του εγγράφου, το οποίο προτείνεται να εγκρίνουν τα μέλη της Εκκλησίας.
Θα εξετάσουμε τη Δήλωση αυτή φυσικά από την άποψη της Ορθοδοξίας, σαν να μας προτείνουν τώρα να βάλουμε την υπογραφή μας κάτω από όλες τις διατυπώσεις της και να επιβεβαιώσουμε στις εκφράσεις της τη σωστή κατανόηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας:
«I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η πρώτη εν Άμστερδαμ Συνέλευσις απεδέχθη την εξής απόφασιν “περί του κύρους του Συμβουλίου”.
Το Παγκ. Συμβούλιον των Εκκλησιών απαρτίζεται εξ Εκκλησιών αίτινες αναγνωρίζουν τον Ι. Χριστόν ως Θεόν και Σωτήρα. Ευρίσκουν την ενότητα αυτών εν Αυτῴ. Δεν είνε δημιουργοί της ενότητος αυτών. Είναι Θεού το δώρον. Αλλά γινώσκουν ότι είνε καθήκον των να συντελέσουν από κοινού, ώστε η ενότης αυτή να εκδηλωθή εν τῃ εργασίᾳ και τῃ ζωῄ».
Λέγεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μέρος του Π.Σ.Ε. επειδή «αναγνωρίζει τον Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα», κάτι που είναι κατανοητό, αλλά με αυτό το «βρήκε την ενότητά της εν Χριστῴ» (αιρετική έκφραση 1) είναι αδύνατο να συμφωνήσουμε. Εδώ αποδίδεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία μια λανθασμένη εκκλησιολογία, σαν να έψαχνε την ενότητά της και να τη βρήκε εν Χριστῴ, αρνούμενη, έτσι, το μέρος του Συμβόλου της Πίστεως: «Στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», αφού φαίνεται ότι, μέχρι να βρει αυτή την εν Χριστῴ ενότητα, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν μία, μόνο επιδίωκε να γίνει. Ή αναγνωρίζεται ότι οι αιρετικοί και οι σχισματικοί βρήκαν την ενότητα εν Χριστῴ, κάτι που επίσης είναι αδύνατο να το αναγνωρίσουν οι Ορθόδοξοι και να βάλουν την υπογραφή τους κάτω από τη φράση αυτή, επειδή οι αιρετικοί και οι σχισματικοί κακολογούν τον Χριστό και την Εκκλησία Του με τις αιρέσεις και τις διαιρέσεις τους και με κανένα τρόπο δεν μπορούν να «βρουν την ενότητά τους εν Χριστῴ», και φαίνεται ότι τη βρήκαν χωρίς την Ορθόδοξη Εκκλησία.
 «II. Η ΑΝΑΓΚΗ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΔΗΛΩΣΕΩΣ
Θα είναι επομένως σωτήριον, αν δηλώσωμεν σαφώς και οριστικώς τι είναι το Παγκ. Συμβούλιον, και τι δεν είναι. Ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός ενέχει δυσκολίας τινας.Δεν είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι αι Εκκλησίαι απέφυγον να δώσουν λεπτομερείς και ακριβείς ορισμούς περί της φύσεως της Εκκλησίας. Αν τούτο αληθεύη δι’ αυτάς, δεν θ’ αναμείνη κανείς ότι το Συμβούλιον θα δυνηθή ευκόλως να επιτύχη ορισμόν όστις οφείλει να λάβη υπ’ όψιν όλας τας διαφόρους εκκλησιολογίας, των απαρτιζουσών αυτό μελών - Εκκλησιών».
Αναφέρεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία «απέφυγ[ε] να δώσ[ει] λεπτομερείς και ακριβείς ορισμούς περί της φύσεως της Εκκλησίας» (αιρετική έκφραση 2). Εδώ, στην ουσία, αυτή η έκφραση εμπεριέχει την πλήρη άρνηση του ορθόδοξου δόγματος περί της Εκκλησίας, αποδίδοντας στους Ορθοδόξους αδυναμία διατύπωσης αυτού του δόγματος. Αρκεί να ανοίξει κανείς την Κατήχηση, για να καταλάβει την υποκρισία αυτής της φράσης:
«ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ; Η Εκκλησία είναι η καθορισμένη από τον Θεό κοινωνία ανθρώπων ενωμένων με ορθόδοξη πίστη, Θείο Νόμο, ιεραρχία και Μυστήρια»[3].
Εδώ εξηγείται τι είναι το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών:
 «I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το Συμβούλιον ποθεί να υπηρετήση τας Εκκλησίας, αίτινες είναι τα απαρτίζοντα αυτό μέλη, ως όργανον δι’ ου δύνανται κοινῄ να μαρτυρήσουν ότι υπακούουν εις τον Ι. Χριστόν και να συνεργασθούν εις ζητήματα απαιτούντα κοινήν ενέργειαν. Αλλά το Συμβούλιον ουδαμώς επιθυμεί να σφετερισθή οιονδήποτε έργον, όπερ ανήκει ήδη εις τας συνιστώσας αυτό Εκκλησίας, ή ν’ ασκήση έλεγχον επ’ αυτών ή να νομοθετήση δι’ αυτάς. Κωλύεται υπό του Καταστατικού να πράξη τούτο. Πλην τούτου, το Συμβούλιον, καίπερ σοβαρώς επιζητούν κοινότητα σκέψεως και ενεργείας δι’ όλα αυτού τα μέλη, αποκρούει πάσαν σκέψιν ν’ αποβή εν μοναδικόν εκκλησιαστικόν συγκρότημα, ανεξάρτητον από των Εκκλησιών αίτινες συνηνώθησαν, ίνα συγκροτήσουν το Συμβούλιον, ή κατασκεύασμα δεσποζόμενον υπό μιας συγκεντρωμένης διοικητικής αυθεντίας».
«III. ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
α΄. Το Π.Σ.Ε. δεν είναι και δεν πρέπει ποτέ να γίνη “Υπέρ-Εκκλησία”. Δεν είναι Υπερεκκλησία. Δεν είναι η Παγκόσμιος Εκκλησία. Δεν είναι η Μία Αγία (Una Sanсta) Εκκλησία περί της οποίας ομιλεί το Σύμβολο της Πίστεως.
...Αποτελείν μέλος του Συμβουλίου ουδόλως σημαίνει ότι αι Εκκλησίαι ανήκουν εις εν Σώμα, το οποίον δύναται να λάβη αποφάσεις δι’ αυτάς.
β΄. Ο σκοπός του Π.Σ.Ε. δεν είναι να διαπραγματεύηται ενώσεις μεταξύ των Εκκλησιών, όπερ δύναται να γίνη μόνον υπό των Εκκλησιών των ενεργουσών εξ ιδίας πρωτοβουλίας, αλλά να φέρη τας Εκκλησίας εις ζώσαν επαφήν προς αλλήλας και να προαγάγη την μελέτην και συζήτησιν των ζητημάτων της Χριστιανικής ενότητος. ...Καμιά επομένως Εκκλησία δεν πρέπει να φοβήται ότι το Π.Σ.Ε. θα εκβιάσει αυτήν να λάβη αποφάσεις, αναφερομένας εις ένωσιν μετ’ άλλων Εκκλησιών».
Δήλωσαν ότι το Π.Σ.Ε. είναι μόνο ένα εργαλείο, ένα φόρουμ για επικοινωνία, «ζωντανές επαφές μεταξύ» των μελών της, δηλαδή μεταξύ των μελών της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των μελών των αποκομμένων από αυτήν κοινοτήτων· κανένας εξαναγκασμός προς την ένωση των μελών του Π.Σ.Ε. Αυτό το φόρουμ δεν σχεδιάζει και δεν κάνει δηλώσεις· επίσης δεν είναι κάποια υπερ-Εκκλησία με δική της εκκλησιολογία που σχεδιάζεται να γίνει κοινή για όλα τα μέλη της. Αυτό είναι κατανοητό, αλλά παρακάτω διαβάζουμε το εξής:
«Το κύριον πρόβλημα είναι πώς θα δυνηθή κανείς να διατυπώση τα εκκλησιολογικά συμπεράσματα ενός σώματος εν τῳ οποίῳ αντιπροσωπεύονται τόσαι διάφοροι αντιλήψεις περί Εκκλησίας, χωρίς να μεταχειρισθή τας κατηγορίας ή την γλώσσαν μιας ιδιαιτέρας αντιλήψεως περί της Εκκλησίας».
Για σταθείτε! Μόλις παραπάνω ειπώθηκε ότι «το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών δεν είναι και δεν πρέπει ποτέ να γίνει Υπέρ-Εκκλησία». Για ποια «διατύπωση των εκκλησιολογικών συμπερασμάτων ενός σώματος [Π.Σ.Ε.]», μιλάμε, αφού είχε δηλωθεί ότι το Π.Σ.Ε. δεν είναι Εκκλησία; Αν το Π.Σ.Ε. δεν είναι Εκκλησία, δεν υπάρχει τίποτα προς «διατύπωση». Ποιο «εκκλησιολογικό συμπέρασμα» μπορεί να προκύψει σε ένα απλό «φόρουμ για επικοινωνία»; Δηλαδή, ήδη σε δύο παραγράφους, το έγγραφο αρχίζει να παραπλανεί και να αντιφάσκει με ό,τι ειπώθηκε νωρίτερα. Και να μια ακόμη απόδειξη της εξαπάτησης της Δήλωσης του Τορόντο, το γεγονός της εισαγωγής από το Π.Σ.Ε. της πρακτικής κάποιας «οικουμενικής λατρείας»:
«Ειδικότερα, στο Π.Σ.Ε. έχει προταθεί να αρνηθεί εντελώς τη χρήση του όρου “οικουμενική λατρεία”. Το Π.Σ.Ε. δεν έχει και δεν μπορεί να έχει τη δική του εκκλησιολογία, και επομένως, δεν μπορεί να έχει και τη δική του λατρεία»[4].
Δηλαδή, στα λόγια το Π.Σ.Ε. είναι ένα απλό φόρουμ για επικοινωνία, και στην πραγματικότητα το Π.Σ.Ε. έχει τη δική του εκκλησιολογία και τη δική του «οικουμενική λατρεία». Και δώστε προσοχή για μια ακόμη φορά, ότι το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης επαναλαμβάνει τη δήλωση αυτή, βρίσκοντας επίσης κάποιες «εκκλησιολογικές προϋποθέσεις» στη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε.:
«Ἔχουν δέ βαθεῖαν τήν πεποίθησιν ὅτι αἱ ἐκκλησιολογικαί προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto (1950), τιτλοφορουμένης “Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν”, εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Συμβούλιον»[2].
Στις υπόλοιπες παραγράφους του κεφαλαίου «III. ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ», πάλι λέγεται το αντίθετο, ότι «το Π.Σ.Ε. δεν δύναται και δεν οφείλει να βασίζηται επί οιασδήποτε ιδιαιτέρας αντιλήψεως περί της Εκκλησίας. Δεν προδικάζει άρα το εκκλησιολογικό πρόβλημα». Και πάλι, αν δεν «προδικάζει το εκκλησιολογικό πρόβλημα», τότε δεν έχει και το δικαίωμα να «διατυπώνει τα εκκλησιολογικά συμπεράσματα ενός σώματος».
Πιθανόν, όταν λέγεται ότι «το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών δεν είναι και δεν πρέπει ποτέ να γίνει υπέρ-Εκκλησία», εννοείται ότι δεν προγραμματίζεται να χρησιμοποιηθούν οι δομές του Π.Σ.Ε. για την οργάνωση αυτής της «υπέρ-Εκκλησίας», όμως η ίδια η Δήλωση δεν αρνείται  την «υπέρ-Εκκλησία». Αυτό γίνεται ακόμα πιο φανερό από τις παραγράφους που θα εξετάσουμε στη συνέχεια.
Παρακάτω γράφει: «ε΄. Το αποτελείν μέλος του Π.Σ.Ε. δεν συνεπάγεται την αποδοχήν ειδικής διδασκαλίας, αφορώσης την φύσιν της Εκκλησιαστικής ενότητος». Εδώ σαν να φαίνεται ότι αρνείται την ύπαρξη κάποιας ενιαίας εκκλησιολογίας, στην οποία φαίνεται η συμμετοχή όλων – «το αποτελείν μέλος» – στο Π.Σ.Ε., αλλά στην πραγματικότητα, αν δούμε όλη αυτή την πέμπτη παράγραφο, εδώ εννοείται ότι τα μέλη του Π.Σ.Ε. έχουν, όπως λένε, διαφορετικές εκκλησιολογίες και καμιά από αυτές δεν επιβάλλεται ως κοινή. Στην πραγματικότητα, όμως, η αιρετική εκκλησιολογία της «αόρατης Εκκλησίας», η οποία είναι «περιεκτικώτερη» από την Ορθόδοξη Εκκλησία, επιβάλλεται με αυτό το έγγραφο, στους εξής ορισμούς:
«IV. ΑΙ ΒΑΣΙΚΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ Π.Σ.Ε.
γ΄. Αι Εκκλησίαι-μέλη αναγνωρίζουν ότι το αποτελείν μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι περιεκτικώτερον (more inclusive) ή το αποτελείν μέλος της ιδίας αυτών Εκκλησίας» (αιρετική έκφραση 3). «Εντεύθεν και ζητούν να εισέλθουν εις ζώσαν επαφήν μετά εκτός των ιδίων τάξεων αίτινες ομολογούν την Κυριότητα του Χριστού. Όλαι αι Χριστιανικαί Εκκλησίαι, περιλαμβανομένης και της Ρωμαϊκής, δέχονται ότι δεν υπάρχει πλήρης ταυτότης μεταξύ του είναι μέλος της παγκοσμίου (καθολικής) Εκκλησίας και του είναι μέλος της ιδίας Αυτού Εκκλησίας, αναγνωρίζουσαι ότι υπάρχουν μέλη της Εκκλησίας extra muros, ότι ούτοι aliquo modo ανήκουν εις την Εκκλησίαν και ακόμη ότι υπάρχει “εκκλησία εντός της Εκκλησίας”» (αιρετική έκφραση 4). «Η αναγνώρισις αυτή εκδηλούται δια του γεγονότος ότι αι Εκκλησίαι, πλην ολίγων εξαιρέσεων, δέχονται ως έγκυρον το Βάπτισμα, το τελεσθέν υπό άλλων Εκκλησιών» (αιρετική έκφραση 5).
Και να  ποιες «εκκλησιαστικές προϋποθέσεις» εννοούνταν: η έκφραση «Αι Εκκλησίαι-μέλη αναγνωρίζουν ότι το αποτελείν μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι περιεκτικώτερον (more inclusive) ή το αποτελείν μέλος της ιδίας αυτών Εκκλησίας», η οποία αντιδιαστέλλει στη συμμετοχή στην Ορθόδοξη Εκκλησία τη συμμετοχή σε κάποια υπέρ-Εκκλησία – «Εκκλησία του Χριστού» – που είναι «περιεκτικότερη», δηλαδή περιλαμβάνει τη συμμετοχή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς και η έκφραση: «δεν υπάρχει πλήρης ταυτότης μεταξύ του είναι μέλος της παγκοσμίου (καθολικής) Εκκλησίας και του είναι μέλος της ιδίας Αυτού Εκκλησίας».
Αλλά είναι ακριβώς έτσι! Το να είναι μέλη της «δικής τους» Ορθόδοξης Εκκλησίας τα ορθόδοξα μέλη του Π.Σ.Ε. ισούται με το να είναι μέλη της Οικουμενικής Εκκλησίας, και το κείμενο είναι ταυτότητα την οποία πρέπει να εγκρίνουν οι ορθόδοξοι χριστιανοί. Το κείμενο το αρνείται, εγκρίνοντας την εκκλησιολογία κάποιας «υπέρ-Εκκλησίας», η συμμετοχή στην οποία δεν ταυτίζεται με τη συμμετοχή στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Και κάτω από αυτή την αίρεση, όπως αποδεικνύεται, βάλανε την υπογραφή τους οι αντιπρόσωποι της Ορθοδοξίας, καθώς υπέγραψαν αυτή τη δήλωση. Αναγνωρίζονται κάποια μέλη της Εκκλησίας εκτός των τειχών της, στη βάση του ότι η Εκκλησία αναγνωρίζει το Βάπτισμα: «Αι Εκκλησίαι δέχονται ως έγκυρον το Βάπτισμα, το τελεσθέν υπό άλλων Εκκλησιών». Είναι ψέμα, διότι εάν η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώριζε την τέλεση του Βαπτίσματος από τους αποκομμένους ως «έγκυρον» και από εδώ προέκυπτε ότι υπάρχουν κάποια «μέλη της Εκκλησίας exta muros», τότε θα έπρεπε να αναγνωρίσει στους αποκομμένους όλα ως «έγκυρα»: την ιεροσύνη, τα σωτηριώδη Μυστήρια και την πίστη τελικά, επειδή η πίστη και η εγκυρότητα της ιεροσύνης της Εκκλησίας προσδίδουν εγκυρότητα στην τέλεση του Μυστηρίου: Εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν έγκυρα Μυστήρια[5]. Εάν το Μυστήριο είναι έγκυρο, τότε πρέπει να το αντιμετωπίσουμε «ως έγκυρον»· τότε και στα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας μπορεί να τελείται το Βάπτισμα από τους αιρετικούς. Αλλά αυτό δεν επιτρέπεται, ακριβώς επειδή το Βάπτισμα από τους αποκομμένους είναι άνομο κατά την ουσία του, και μπορεί να είναι έγκυρο μόνο ως προς τον τύπο του και μόνο κατ’ οικονομίαν της Εκκλησίας, όταν αναγνωρίζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως Βάπτισμα κατά την επιστροφή αυτών των αποκομμένων στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας[6]. Και αν είναι έτσι, τότε κανένα «αποτελείν μέλος της Εκκλησίας» δεν μπορεί να προκύπτει από τα παραπάνω, για τους ευρισκόμενους εκτός των τειχών της.
«IV. ΑΙ ΒΑΣΙΚΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ Π.Σ.Ε.
δ΄. Αλλ’ αι απεσχισμέναι αυταί Εκκλησίαι, αν και δεν ημπορούν να αποδεχθούν αλλήλας ως αληθείς και καθαράς Εκκλησίας, πιστεύουν ότι δεν πρέπει να μένουν εν απομονώσει απ’ αλλήλων και δια τούτο συνηνώθησαν εν το Π.Σ.Ε. Γινώσκουν ότι υπάρχουν διαφοραί πίστεως και διοικήσεως, αλλ’ αναγνωρίζουν αλλήλας ως διακονούσας τον αυτόν Κύριον και ποθούν να εξετάζουν τας διαφοράς των εν αμοιβαίῳ σεβασμῴ, εν τῃ πεποιθήσει ότιδύνανται ούτῳ να οδηγηθούν υπό του Αγ. Πνεύματος, ίνα εκδηλώσουν την ενότητα αυτών εν Χριστῴ» (αιρετική έκφραση 6).
Σε αυτή την παράγραφο, οι Ορθόδοξοι που έχουν υπογράψει αυτό θα πρέπει να αναγνωρίσουν μία από τις δύο εκκλησιολογικές αιρέσεις: είτε ότι οι ορθόδοξοι φανερώνουν την ενότητά τους με όλα τα αποκομμένα από την Ορθόδοξη Εκκλησία μέλη του Π.Σ.Ε., η οποία (ενότητα) ήδη υπάρχει και απλώς αποκαλύπτεται, ή, εάν η «ενότητα αυτών εν Χριστῴ» κατανοείται ως ενότητα, εντός της Εκκλησίας, του χωριστού μέλους του Π.Σ.Ε., συμφωνούν ότι τα υπόλοιπα μέλη του Π.Σ.Ε. ήδη είναι ενωμένα εν Χριστῴ στη δική τους «εκκλησία» χωρίς την οποιαδήποτε ενότητα με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Και η πρώτη και η δεύτερη ερμηνεία ανατρέπουν το δόγμα περί της Εκκλησίας, δηλώνοντας την ενότητα της Εκκλησίας χωρίς την ενότητα της πίστεως, ή δηλώνοντας τη «θεωρία των κλάδων», όπου υπάρχουν μερικές εκκλησίες, ενωμένες εν Χριστῴ, η καθεμιά χωριστά από τις άλλες.
«IV. ΑΙ ΒΑΣΙΚΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ Π.Σ.Ε.
 Προσέτι, Χριστιανοί όλων των εκκλησιολογικών απόψεων, καθ’ όλον τον κόσμον, δια του κηρύγματος του Ευαγγελίου ήγαγον άνδρας και γυναίκας εις σωτηρίαν υπό του Χριστού, εις καινότητα ζωής εν Αυτῴ και εις την χριστιανικήν συναδέλφωσιν προς αλλήλους» (αιρετική έκφραση 7).
Εδώ στην ουσία ισχυρίζεται ότι το δόγμα περί της Εκκλησίας δεν είναι σημαντικό για τη σωτηρία. Υπογράφοντας αυτή την παράγραφο, οι εκπρόσωποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ουσία συμφώνησαν ότι η σωτηρία είναι δυνατή όχι μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και στις αποκομμένες αιρετικές κοινότητες, ανεξάρτητα από τη σωστή πίστη.
«IV. ΑΙ ΒΑΣΙΚΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ Π.Σ.Ε.
Αι Εκκλησίαι δέον να μη περιφρονούν αυτά ως στοιχεία μόνον αληθείας, αλλά να χαίρουν επ’ αυτοίς ως ευοιώνοις σημείοις, άτινα τείνουν προς πραγματικήν ενότητα. Διότι τα σημεία αυτά τι είναι; Ουχί νεκρά λείψανα του παρελθόντος, αλλ’ ισχυρά μέσα δι’ ων ενεργεί ο Θεός. Είναι δυνατόν να εγερθούν ζητήματα περί του κύρους και της καθαρότητος της διδασκαλίας και της μυστηριακής ζωής, αλλ’ ουδέν ζήτημα δύναται να εγερθή ότι τοιαύτα δυναμικά στοιχεία εκκλησιαστικής ζωής δικαιολογούν την ελπίδα ότι αι Εκκλησίαι αίτινες διακρατούν αυτά θα οδηγηθούν εις την πλήρη αλήθειαν» (αιρετική έκφραση 8).
Εδώ ισχυρίζεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ακόμα δεν έφτασε στην αλήθεια, ότι δεν είναι «στύλος και εδραίωμα της αλήθειας». Θα μπορούσε ίσως κάποιος να διαφωνήσει με την ερμηνεία αυτής της παραγράφου από τους Ορθοδόξους, λέγοντας ότι ως Εκκλησία εδώ νοούνται οι μη ορθόδοξες εκκλησίες: «Αι Εκκλησίαι αίτινες διακρατούν αυτά θα οδηγηθούν εις την πλήρη αλήθειαν»· όμως στα συμφραζόμενα όλου του κειμένου δεν γίνεται τέτοια διάκριση, επειδή, όταν λέει για τις εκκλησίες, ονομάζει έτσι όλα τα μέλη του Π.Σ.Ε. Επομένως η σημασία αυτής της παραγράφου είναι ξεκάθαρη (μονοσήμαντη): όλες οι εκκλησίες του Π.Σ.Ε. δεν διαθέτουν την πληρότητα της αλήθειας, συμπεριλαμβανομένης της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
«IV. ΑΙ ΒΑΣΙΚΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ Π.Σ.Ε.
η΄. Αι Εκκλησίαι-μέλη εισέρχονται εις πνευματικάς σχέσεις δια των οποίων ζητούν να μάθουν παρ’ αλλήλων και να βοηθούν αλλήλας, όπως οικοδομηθή το Σώμα του Χριστού και η ζωή των Εκκλησιών ανακαινισθή».
Η εισαγωγή (η ένταξη) σε «πνευματικές σχέσεις» εδώ είναι κατανοητό τι είναι – κοινή προσευχή, λατρευτικές συνάξεις. Αυτή η άποψη έρχεται σε αντίθεση με τους ορθόδοξους Κανόνες που απαγορεύουν προσευχές με αιρετικούς:
«45 (ΜΕ΄) Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω» (Αποστολικοί Κανόνες).Προφανώς, αυτοί που επικρίνουν τους Ορθόδοξους αντιπροσώπους στο Π.Σ.Ε. για κοινές προσευχές με τους αιρετικούς δεν έχουν διαβάσει αυτή τη δήλωση, επειδή σε αυτή την παράγραφο αυτές οι κοινές προσευχές ευθέως δηλώνονται ως «ΑΙ ΒΑΣΙΚΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ Π.Σ.Ε.».
Έτσι, συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» παραθέτει και εγκρίνει στην ουσία μια ψευδή και αιρετική δήλωση, η οποία ανατρέπει το δόγμα περί της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτό το δόγμα περί της Ορθόδοξης Εκκλησίας ανατρέπεται αφενός από το ίδιο κείμενο και, αφετέρου, από τη Σύνοδο η οποία θα αναγνώριζε το κύρος αυτής της δήλωσης, υιοθετώντας αυτό το κείμενο ως απόφασή της.
Ακόμη θα ήθελα να τονίσω ένα επιπλέον σημείο: Είναι σημαντικό να καθορισθεί η σωστή θέση, τόσο απέναντι στη Σύνοδο της Κρήτης, όσο και απέναντι στα κείμενά της. Όσον αφορά τα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης: τα έγγραφα περί της πίστεως, που συνετάχθησαν από κοινού με τους αποκομμένους από την Εκκλησία, δεν έχουν λόγο ύπαρξης στις συνοδικές αποφάσεις της Εκκλησίας. Για την ακρίβεια, μπορούμε εξαρχής να απορρίψουμε πλήρως το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης όπου εγκρίνονται αυτά τα κοινά με τους αιρετικούς έγγραφα του Π.Σ.Ε., χωρίς καν να εξετάσουμε τι περιλαμβάνει. Στην πραγματικότητα έχει σημασία όχι μόνο το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά και η θέση του, το θεμιτό της ύπαρξης ενός τέτοιου εγγράφου στο δογματικό «πεδίο» της Εκκλησίας. Εάν η θέση του απαράδεκτου εγγράφου καθιερωθεί και το ίδιο το έγγραφο εγκριθεί ως αποδεκτό, τότε πρόκειται για αποστασία, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι μπορεί όλες οι κακοδοξίες και ασάφειες ενός τέτοιου εγγράφου να εξετάστηκαν και να αντικρούστηκαν.
Όσον αφορά την ίδια τη Σύνοδο της Κρήτης: Αυτή η σύνοδος, που ανέτρεψε το δόγμα περί της Εκκλησίας και καθιέρωσε τις σχετικές μ’ αυτό αιρέσεις, δεν έπρεπε να γίνει αποδεκτή ως μέρος της Ορθόδοξης Οικουμενικής Συνόδου, ως μια προπαρασκευαστική σύνοδος στα πλαίσια της ορθόδοξης συνοδικής διαδικασίας, όπως πολλοί ιεράρχες διαφόρων Τοπικών Εκκλησιών είπαν, εκφράζοντας τη γνώμη τους για τη θέση της παρελθούσης Συνόδου της Κρήτης, για παράδειγμα, ο μητρ. Ιερεμίας: «Ἔτσι συνέβαινε στήν ἱστορία τῶν Συνόδων, ξαναλέμε. Γίνονταν πολλές συνεδριάσεις πού κρατοῦσαν πολλά χρόνια. Καί οἱ Συνεδριάσεις αὐτές θεωροῦνταν ἔπειτα ὡς μία Σύνοδος»[7]. Ακόμα και αν όλες οι αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης αναθεωρηθούν και διορθωθούν στις επόμενες συνόδους, αυτή η έγκριση της ψευδοσυνόδου είναι ήδη απαράδεκτη. Το συμπέρασμα για τον αιρετικό χαρακτήρα των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης αναπόφευκτα πρέπει να οδηγεί στο αντίστοιχο συμπέρασμα για τη θέση αυτής της συνόδου ως ψευδοσυνόδου. Το να αναγνωριστεί αυτή η ψευδοσύνοδος ως σύνοδος είναι σαν να γινόταν δεκτή ως ορθόδοξη η ληστρική εικονομαχική σύνοδος και να χαρακτηριζόταν ως μια πρώτη προσύνοδος της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου. Σαν να λέμε, όλα είναι καλά· πρώτα μαζεύτηκαν οι Πατέρες και απέρριψαν τις εικόνες, και μετά μαζεύτηκαν άλλοι και άλλαξαν τις διατυπώσεις σε ριζικά αντίθετες. Υπήρχαν, άραγε, στην ιστορία της Εκκλησίας προσύνοδοι που να ενέκριναν μια αίρεση, την οποία διόρθωσαν στην επόμενη σύνοδο, και να θεωρούνταν και οι δύο αυτές σύνοδοι ως ορθόδοξες στο πλαίσιο μιας ενιαίας Οικουμενικής Συνόδου; Είναι αδύνατο, επειδή τότε τι «στύλος και εδραίωμα της αλήθειας» είναι η Εκκλησία, εάν το ψεύδος και η αλήθεια θεωρούνται ίσα. Γι’ αυτό, όσον αφορά τη θέση της Συνόδου της Κρήτης, θεωρώ ως μόνο σωστό το συμπέρασμα των Αγιορειτών πατέρων στη γνωστή επιστολή: «Ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης καθίσταται καταδικαστέα», δηλαδή όλη αυτή η σύνοδος πρέπει να απορριφθεί πλήρως ως ψευδοσύνοδος (και όχι μόνο κάποια κείμενά της να διορθωθούν ή να απορριφθούν). Είναι απαράδεκτη η αναγνώριση μιας συνόδου η οποία ενέκρινε την αίρεση ως ένα μέρος της μέλλουσας Ορθόδοξης Οικουμενικής Συνόδου. Παρεμπιπτόντως, σε αυτό συνίσταται ο οικουμενισμός – στο να εξισώνει την αλήθεια και το ψεύδος. Πρέπει να απορρίψουμε τον οικουμενισμό όχι μόνο στα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης, αλλά και στην ίδια αυτή την ψευδοσύνοδο, η οποία με τον ίδιο τον χαρακτήρα των συνοδικών διεργασιών και του κανονισμού ενέκρινε την παναίρεση του οικουμενισμού.
[1] «Οι Βασικές Αρχές αντιμετώπισης των ετερόδοξων από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία»,http://www.patriarchia.ru/db/text/418840.html (https://mospat.ru/gr/documents/attitude-to-the-non-orthodox/app-ii/).
[2] «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» (https://www.holycouncil.org/-/rest-of-christian-world).
[3] Άγ. Φιλάρετος Μόσχας, «Εκτενής Χριστιανική Κατήχηση της Ορθόδοξης Καθολικής Ανατολικής Εκκλησίας».
[4] «Ορθόδοξη εγκυκλοπαίδεια. Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» (http://www.pravenc.ru/text/155520.html).
[5] «Όποιος απομακρύνεται από την Εκκλησία, ενώνεται με την γυναίκα-μοιχαλίδα και γίνεται ξένος με τους όρκους της Εκκλησίας. Όποιος εγκαταλείπει την Εκκλησία, στερείται τα αγαθά που του έχουν οριστεί από τον Χριστό. Της είναι ξένος, άχρηστος και εχθρός της. Δεν μπορεί να έχει για Πατέρα του τον Θεό, όποιος δεν έχει για Μητέρα του την Εκκλησία. Όποιος βρίσκεται εκτός της Εκκλησίας, θα μπορούσε να σωθεί το ίδιο, όπως θα μπορούσε να σωθεί κάποιος που βρισκόταν εκτός της κιβωτού του Νώε. Ο Κύριος μας λέει το εξής ως προς τη φώτισή μας: «Ὁ μὴ ὢν μετ᾿ ἐμοῦ κατ᾿ ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ᾿ ἐμοῦ σκορπίζει» (Ματθ. 12.30). Ο παραβάτης της ειρήνης και της ομόνοιας του Χριστού δρα ενάντια στον Χριστό. Όποιος προσφεύγει κάπου αλλού και όχι στην Εκκλησία, σκορπά την Εκκλησία του Χριστού. Ο Κύριος λέει: «Ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν» (Ιω. 10.30). Και ξανά για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα γράφει: «Καὶ οὗτοι οἱ τρεῖς ἕν εἰσι»(Α Ιω. 5.7). Ποιος μπορεί να διανοηθεί ότι αυτή η ένωση, που βασίζεται στο θείο αμετάβλητο και ενώνεται με τα ουράνια μυστήρια, μπορεί να παραβιαστεί στην Εκκλησία και να διχαστεί με την διαφωνία ανταγωνιστικών επιθυμιών; Όχι,όποιος δεν διατηρεί αυτήν την ένωση, δεν τηρεί και τον Λόγο του Κυρίου, δεν έχει πίστη στον Πατέρα και τον Υιό, δεν ακολουθεί τον δρόμο τον ορθό προς την λύτρωση» (Αγ. Κυπριανός Καρχηδόνας. Περί της ενότητας της Καθολικής Εκκλησίας).
[6] «Οι γαρ αιρετικοίους την αίρεσιν αποσεισαμένους και προστεθέντας τῃ Καθολικῄ Εκκλησίᾳ, δέχεται η Εκκλησία, καίτοι ελλιπή εσχηκότες την πίστιν, τέλειον έλαβον το βάπτισμα· όθεν τελείαν ύστερον την πίστιν κεκτημένοι, ουκ αναβαπτίζονται.» (Απόκριση των Ορθοδόξων Πατριαρχών προς τας από Βρεττανίας αποσταλείσας υπέρ ενώσεως και ομονοίας μετά της Ανατολικής Εκκλησίας προθέσεις του 1723).
[7] «Μᾶς ἐρωτοῦν πολλοί: Θά ἀναγνωρίσουμε τήν Σύνοδο αὐτή; Αὐτό θά ἀποφασισθεῖ ἀπό ὅλους τούς Ἱεράρχας τῆς Ἑλλαδικῆς μας Ἐκκλησίας. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπός μας πάντως κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ παρέχει ἄνεση λόγου γιά κάθε ἐκφραζομένη ἄποψη καί εἶναι δεκτικός ὅλων τῶν θέσεων. Τόν εὐχαριστοῦμε γι᾽ αὐτό. Πάντως ἀπό τήν ἱστορία τῶν Συνόδων γνωρίζουμε ὅτι στίς Οἰκουμενικές Συνόδους γίνονταν πολλές Συνεδριάσεις γιά πολλά χρόνια. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας ἀποφάσισε ὅτι τά κείμενα τῆς Συνόδου στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης μπορεῖ νά διαφοροποιηθοῦν σέ μερικά σημεῖα καί νά ἀναπτυχθοῦν ἀπό μία μελλοντική Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας μας καί νά τελειοποιηθοῦν καί νά ἔχουν ἔτσι μία πανορθόδοξη συμφωνία. Γιατί τώρα στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης δέν συμμετεῖχαν τέσσερα Πατριαρχεῖα, τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Ρωσίας, τῆς Βουλγαρίας καί τῆς Γεωργίας. Ἔτσι συνέβαινε στήν ἱστορία τῶν Συνόδων, ξαναλέμε. Γίνονταν πολλές συνεδριάσεις πού κρατοῦσαν πολλά χρόνια. Καί οἱ Συνεδριάσεις αὐτές θεωροῦνταν ἔπειτα ὡς μία Σύνοδος.» (Περί της Συνόδου της Κρήτης, του Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία (Φούντα), http://www.pravoslavie.ru/99476.html), (http://aktines.blogspot.com/2016/12/blog-post_57.html)